«Χρειάζεται η συνομιλία με τον άλλο»


Συνέντευξη με τον ποιητή Τίτο Πατρίκιο

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΚΑΛΗΣΠΕΡΑΚΗ

Με ποιητική παρουσία περισσότερο από 80 χρόνια (!!), ο ποιητής της Α’ Μεταπολεμικής γενιάς Βαπτιστής-Τίτος Πατρίκιος (1928-) έκανε την πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα το 1943, στο περιοδικό Ξεκίνημα της Νιότης. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Χωματόδρομος, το 1954 αποτελεί ένα αφήγημα των δύσκολων μεταπολεμικών και μετεμφυλιακών χρόνων, αλλά καιτου αγώνα για έναν δικαιότερο κόσμο. Ακολούθησαν πολλές συλλογές (Μαθητεία, Αντιδικίες, Η πύλη των λεόντων, Λυσιμελής πόθος, Σε βρίσκει η ποίηση…) έως την τελευταία του (ως τώρα), Ο δρόμος και πάλι (2020), Ο Τίτος Πατρίκιος είναι αναμφίβολα ένας Μεγάλος Ποιητής και οπωσδήποτε ένας απλός και γήινος Άνθρωπος. Που συνομιλεί με Ακαδημαϊκούς, με ανθρώπους του Πνεύματος, Πρωθυπουργούς, αλλά και με… μαθητές. Η ταπεινότητα είναι ένα προτέρημά του. Όπως και η βαθιά αγάπη του για όλα!

Πώς ξεκινήσατε να γράφετε ποίηση;

Δεν μπορώ να το πω με πολλή ακρίβεια, αλλά μου άρεσε να παίζω με τις λέξεις, όπως σε άλλα παιδιά άρεσε να παίζουν με τους κύβους, να φτιάχνουν χάρτινους πύργους και άλλα παιχνίδια, εμένα μου άρεσε να παίζω με τις λέξεις, να τις συνδέω και προχωρώντας να φτιάχνω στιχάκια που γινόντουσαν σιγά-σιγά ποιήματα. Μου άρεσε πάρα πολύ το παιχνίδι αυτό με τη γλώσσα, που από παιχνίδι αρχικά, μετά έγινε μια πολύ σοβαρή δουλειά.

Έχετε αναφέρει σε συνέντευξή σας ότι είχατε ασχοληθεί και με τη σκηνοθεσία. Τι σας έκανε να επιλέξετε τελικά την ποίηση και όχι τη σκηνοθεσία;

Η σκηνοθεσία ήτανε ένα εντελώς τυχαίο περιστατικό, όταν ήμουν πολιτικός εξόριστος στο στρατόπεδο πολιτικών εξορίστων του Άι Στράτη, στο μικρό αυτό νησί του βορείου Αιγαίου, όπου οι εξόριστοι είχανε φτιάξει και θέατρο. Και τις σκηνοθετούσαν, τις δημιουργούσαν αυτές τις παραστάσεις πολύ σημαντικοί ηθοποιοί που ήσαν τότε εξόριστοι, όπως ο Κατράκης, ο Καρούζος, οι οποίοι όμως αργότερα απολύθηκαν κι

εγώ που ήμουν νεαρός ακόμη, αλλά από οικογένεια ηθοποιών –γιατί κι ο πατέρας μου και η μητέρα μου ήσαν ηθοποιοί, κι είχα κάνει και δραματική σχολή στην Αθήνα- μού ζήτησαν να αναλάβω εγώ το θέατρο, οπότε έγινα, θέλοντας και μη θέλοντας, σκηνοθέτης. Και σκηνοθέτησα μερικά έργα, όπως τον Αρχοντοχωριάτη του Μολιέρου ή τους Φοιτητές του Ξενόπουλου. Αλλά αυτό ήταν μια ωραία εμπειρία για μένα, αλλά ένα παροδικό γεγονός. Δεν ασχολήθηκα κατόπιν συστηματικά με τη θεατρική σκηνοθεσία.

Από πού έρχεται συνήθως η έμπνευση;

Η έμπνευση έρχεται πάντα από ένα βίωμα, από κάτι που έχεις ζήσει, που σου έχει συμβεί, που σου έχει δημιουργήσει εντύπωση. Από κει και πέρα αυτό χρειάζεται να το παρατηρήσεις, να το ξανασκεφτείς, να το αποτυπώσεις στο χαρτί (κι εγώ συνεχίζω να γράφω στο χαρτί) και να το ξαναδουλέψεις. Αλλά η δουλειά είναι βασικό στοιχείο κι ακόμη πιο βασικό είναι αυτή η δουλειά να απορρέει από ένα βίωμα, το οποίο σε ενεργοποιεί, το ξαναβλέπεις κι εκεί είναι η πραγματική έμπνευση: βλέπεις πλευρές του περιστατικού, που προηγουμένως δεν τις είχες δει.

Ξεχωρίζετε κάποιο από τα έργα σας και γιατί;

Αυτό είναι πολύ δύσκολο να το κάνω. Βλέπω ότι υπάρχει ένας συνεχής εμπλουτισμός εμπειριών και της αποτύπωσής τους σε ποίηση. Δεν έχω μείνει, δηλαδή, σε ένα μόνο σημείο της ζωής. Όταν ξαναβλέπω τα ποιήματα, βλέπω και τη δουλειά που έχω κάνει και πόσο έχω προχωρήσει, όσο περνάει ο καιρός. Δεν κάνω διακρίσεις. Βεβαίως, υπάρχουνε μερικά ποιήματά μου που τα ξεχωρίζω κι αυτά τα διαλέγω, όταν με καλούν να διαβάσω ποιήματα. Είναι αυτά που διαβάζω. Από τα τελευταία, για παράδειγμα, ποιήματα μου, κάποια τα λέω στις δημόσιες απαγγελίες. Ένα από αυτά είναι «η βία» ή ένα άλλο που λέγεται «Η πύλη των λεόντων» ή το «Άλλο ένα καλοκαίρι» ή ένα άλλο που λέγεται «Η γλώσσα μου» και άλλα.

Κύριε Πατρίκιε, τι έχετε αγαπήσει περισσότερο στη ζωή σας;

Έχω αγαπήσει τη μητέρα μου, τον πατέρα μου, τη σύντροφό μου, Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου -την οποία έχασα, δυστυχώς, αρκετά νωρίς-, πρόσωπα κοντινά μου, τους φίλους και ακόμη γενικότερα τον τόπο μας, την Ελλάδα, τη γλώσσα μας, την ιστορία μας.

Έχετε αναφέρει ότι την περίοδο της εξορίας συναντήσατε πολλούς καλλιτέχνες, ποιητές, λογοτέχνες. Ποιος από αυτούς άσκησε πάνω σας τη μεγαλύτερη επίδραση;

Τη μεγαλύτερη επίδραση πάνω μου άσκησε ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος, που ήδη ήταν ένας πολύ σημαντικός ποιητής αλλά και ένας άνθρωπος που βοηθούσε τους νεότερους και στον οποίο οφείλω πολλά, γιατί με ξανάφερε στην ποίηση. Και νέα παιδιά που γνώρισα εκεί, που γίνανε συγγραφείς, ποιητές… και μετά, με αυτούς τους φίλους που δημιούργησα εκεί, αργότερα στην Αθήνα φτιάξαμε το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης», όπως ο Κώστας Κουλουφάκος, ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, ο Μανόλης Φουρτούνης, όλοι νέοι τότε κι εκείνοι, που ξεκινούσανε στον χώρο της λογοτεχνίας.

Κατά τη γνώμη σας, τι πρέπει κανείς να «πετάει» και τι να «κρατάει» με την πάροδο του χρόνου;

Το «πρέπει» εδώ είναι πολύ επικίνδυνο, γιατί μπορεί να γίνει επιβολή –μια άποψη που να θέλει να επιβάλει την εφαρμογή της. Πάντως, αυτό που χρειάζεται είναι να έχει ο ίδιος μια κριτική ματιά -κι ο ποιητής το ίδιο γι’ αυτά που έγραψε- και να αφαιρεί ό,τι βρίσκει ως περιττό. Γιατί πολλές φορές γράφουμε πολύ περισσότερα από αυτά που χρειάζονται. Χρειάζεται, λοιπόν, συμπύκνωση των γραφτών και κυρίως το τέλος: κάθε γραφτό, κάθε κείμενο, κάθε ποίημα, κάθε έκφραση λογοτεχνική πρέπει να έχει τέλος,

κάπου να τελειώνει, να μην αφήνει μία εκκρεμότητα. Γιατί αυτό σημαίνει ότι δεν ολοκληρώθηκε, ότι είναι ατελές. Στη γλώσσα μας υπάρχει η ατέλεια αλλά και η τελειότητα. Το ποίημα, λοιπόν, πρέπει να έχει ένα τέλος, να μην μπορείς να του προσθέσεις ούτε μία λέξη! Και το τι πρέπει να «πετάμε» και τι να «αφήνουμε», έχει να κάνει με τον καθένα μας ξεχωριστά, με τον χαρακτήρα του, με τις ανάγκες του.

Τι θα συμβουλεύατε τους σημερινούς νέους;

Θα τους έλεγα να προσέχουνε τις συμβουλές των μεγαλυτέρων, διότι πολλές φορές αυτές οι συμβουλές τείνουν στο να δικαιώσουν τους μεγαλυτέρους κι όχι να σταθούνε χρήσιμες στους νέους! Αυτό που έχω να πω είναι ότι χρειάζεται δουλειά, χρειάζεται διάβασμα,  χρειάζεται  γράψιμο,  χρειάζεται  κριτική σκέψη, αλλά και διάλογος, συνομιλία με τους άλλους, όχι «κλείσιμο» στον εαυτό μας. Κι αυτό είναι δύσκολο, το ξέρω, αλλά πραγματικά πολύ σημαντικό: η επικοινωνία με τον άλλον, με τους άλλους.

Κι αν έπρεπε να περιγράψετε τον εαυτό σας με δυο-τρεις λέξεις ή φράσεις, ποιες θα ήταν αυτές;

Είναι δύσκολο…(παύση). Το να περιγράψεις τον εαυτό σου μπορεί να σε κάνει να φλυαρείς  ακατασχέτως.  Το  μόνο  που  μπορώ  να πω είναι ότι αφοσιώθηκα, όσο είχα δυνάμεις, σ’ αυτή τη δραστηριότητα, στην ποίηση. Αλλά όχι μόνο σ’ αυτήν, αλλά και σε άλλες: και σε επαγγελματική και σε κοινωνική και σε πολιτική –αλλά, κυρίως, σε συγγραφική δραστηριότητα.

Εσείς την ποίηση την είδατε και ως επαγγελματική δραστηριότητα;

Η επαγγελματική δραστηριότητα είναι αυτή που μας εξασφαλίζει την επιβίωση, που χάρη σε αυτή μπορούμε να ζούμε, να τρώμε, να κινούμαστε. Εκτός αν έχουμε μία οικογενειακή περιουσία, που είναι πολύ σπάνιο να συμβαίνει. Η ποίηση στην Ελλάδα δεν μπορεί να σου εξασφαλίσει την επιβίωση. Μην ξεχνάμε ότι η νεότερή μας ποίηση, που ξεκινάει από δύο μεγάλους ποιητές, τον Σολωμό και τον Κάλβο. Ο μεν Σολωμός

δεν είχε ανάγκη να δουλεύει  για  να επιβιώσει -ήταν κόμης, είχε μία περιουσία∙ ο Κάλβος ήταν «μεροδούλι, μεροφάι». Υπήρχανε, λοιπόν, ποιητές που είχανε μία οικονομική άνεση και μπορούσαν να αφοσιώνονται στο γράψιμο, υπήρχαν όμως κι οι άλλοι που έπρεπε να δουλεύουν, για να επιβιώσουν, και μόνο τον χρόνο που μπορούσαν να ξεκλέψουν από την επαγγελματική τους εργασία, μπορούσαν να τον αφιερώσουν στο γράψιμο. Στις περισσότερες  άλλες  χώρες αλλά και στην Αμερική, οι αναγνωρισμένοι ποιητές, οι οποίοι καλούνται σε δημόσιες αναγνώσεις ποιημάτων και σε φεστιβάλ, κατορθώνουν να ζουν χάρη στο συγγραφικό τους έργο. Διότι οι προσκλήσεις που δίνονται για την ανάγνωση των έργων τους, θεωρούνται εργασία και οι προσκαλούντες τούς αμείβουν γι’ αυτό. Εδώ (ενν. την Ελλάδα) δε συμβαίνει αυτό, οπότε οι ποιητές και οι συγγραφείς είναι υποχρεωμένοι να έχουνε μία άλλη επαγγελματική απασχόληση, για να μπορούν να ζουν.

Είστε ευχαριστημένος με την ανταπόκριση που είχαν τα βιβλία σας στο κοινό;

Είμαι ευχαριστημένος, παίρνω κάποια δικαιώματα, αλλά… δεν επαρκούν αυτά, για να ζήσω. Πάντα ήμουν υποχρεωμένος να εργάζομαι κι από ένα σημείο και πέρα, που έγινα συνταξιούχος, να ζω με μία μικρή σύνταξη. Τα όσα μου προσφέρει οικονομικά η ποίηση είναι, βεβαίως, ευχάριστα, αλλά δεν είναι τόσα που να μπορούσα να ζήσω χάρη σε αυτά.

Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνατε και για τον χρόνο που μου διαθέσατε. Και χρόνια πολλά για αύριο! (σημ. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στις 20 Μαΐου και ο κ. Πατρίκιος στις 21 Μαΐου έκλεισε αισίως τα 96). 

Ευχαριστώ πολύ! Και να ‘σαι καλά, χρυσό μου κορίτσι! Καλή δουλειά και καλή πρόοδο!